Βιβλιοκριτική. Ημιτελής. (Είμαστε ακόμη στη σελίδα 134.)
Ο αγαπητός tsalapeteinos, λατινολάτρης μέχρις εσχάτων, με πληροφόρησε ότι αυτό τον καιρό διαβάζει τους "Καθρέφτες" του Eduardo Galeano. Και σήμερα, ενώ καθόμουνα -στο πατρικό μου σπίτι- δίπλα στο τζάκι, πήρε το μάτι μου τη στοίβα των φρεσκοαγορασμένων βιβλίων που είχε ακουμπήσει ο αδελφός μου στο γωνιακό τραπεζάκι. "Καθρέφτες" είδα να λέει το ένα και είπα μέσα μου "ε, ποτέ". Προφανώς το αδέρφι είχε την ίδια έμπνευση με τον "νονό νο1" tsalapeteino και μιας και ήθελα ούτως ή άλλως πληροφορίες, είπα να το ξεφυλλίσω.
Ο Eduardo Galeano, αγαπητά μου παιδιά, 70χρονος πλέον, Ουρουγουανός, ξεκίνησε στα 13 του, παρακαλώ, στο χώρο του εντύπου ως γελοιογράφος για την El Sol. Δημοσιογράφος και συγγραφέας, τo '73 εξορίζεται λόγω πεποιθήσεων, το '76 ανακηρύσσεται persona non grata και μόλις το '85 επιστρέφει στην πατρίδα του. Έχει βραβευθεί για το συγγραφικό του έργο και είναι από τους πιο θερμούς υπερασπιστές των ατομικών ελευθεριών. Το βιβλίο είναι μια συλλογή 600 μικρών αφηγημάτων της μισής σελίδας. Λόγω του μεγέθους τους αλλά και του ενδιαφέροντός τους, τα αφηγήματα διαβάζονται απνευστί, πιστέψτε με...
Όπως λέει και στον τίτλο, οι "Καθρέφτες" είναι "μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία". Ο Galeano καταπιάνεται κυριολεκτικά με όλα: την εξέλιξη του πολιτισμού, το ρατσισμό, τα κοινωνικά φαινόμενα, τον Μεσαίωνα, τους κονκισταδόρ, τις αποικίες, την Αμερική. Με καθαρή, κοφτερή γλώσσα, αναφέρει, κρίνει και στηλιτεύει. Αν το δείτε σε βιβλιοπωλείο, μη διαβάσετε το οπισθόφυλλο, διαλέξτε ένα από τα πιο μικρά κείμενα και διαβάστε. Προσωπικά, αναγνώρισα το μέγεθος της άγνοιάς μου. Παραθέτω αυτούσιο αφήγημα για δειγματοληψία και ελπίζω ο αγαπητός tsalapeteinos να μην κακοκαρδιστεί αλλά να γράψει τη δική του κριτική που σίγουρα θα είναι πληρέστερη.
Εργατικά δικαιώματα
Ο Ροσινάντης, το άλογο του Δον Κιχώτη, ήταν ένα μάτσο κόκαλα:
-Είσαι μεταφυσικός.
-Βέβαια, αφού δεν τρώω.
Ο Ροσινάντης μουρμούριζε τα παράπονά του, ενώ ο Σάντσο Πάντσα διαμαρτυρόταν για την εκμετάλλευση του σταυλίτη από τον ιππότη. Παραπονιόταν για το μεροκάματό του, δηλαδή για το ξύλο, την πείνα, τις κακουχίες και τις υποσχέσεις, κι απαιτούσε ένα αξιοπρεπή μισθό σε ρευστό χρήμα.
Για τον Δον Κιχώτη αυτές οι χυδαίες εκφράσεις ματεριαλισμού ήταν αξιοκαταφρόνητες. Αναφερόταν στους συναδέλφους πλανόδιους ιππότες, λέγοντας:
Οι σταυλίτες δεν λαβαίνουν ποτέ μισθό, μόνο επιβράβευση.
Και υποσχόταν στον Σάντσο Πάντσα να τον κάνει κυβερνήτη στο πρώτο βασίλειο που θα κυρίευε, κι ότι θα του έδινε τον τίτλο του κόμη ή του μαρκήσιου.
Όμως ο πληβείος ήθελε μια μόνιμη θέση εργασίας κι ένα σίγουρο μισθό.
Έχουν περάσει τέσσερις αιώνες. Και βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση.


